Επιλέξτε την ενότητα που σας ενδιαφέρει και διαβάστε τις σχετικές πληροφορίες.

Οζίδια τα οποία είναι περιγραπτά, μαλακά, επώδυνα επί απότομης αύξησης του μεγέθους τους και περιέχουν θολό κιτρινωπό υγρό ονομάζονται κύστεις. Εμφανίζονται σε γυναίκες όλων των ηλικιών και συνηθέστερα σε ηλικίες 40-50 ετών. Η πάθηση γίνεται συμπτωματική κατά την αναμονή της έμμηνου ρύσης λόγω πιθανής αύξησης του μεγέθους τους. Εξέταση εκλογής αποτελεί το υπερηχογράφημα και συχνά, επί ύποπτων ευρημάτων, γίνεται λήψη του περιεχομένου της κύστης μέσω παρακέντησης κι έπειτα, βιοψία, η οποία θα καθορίσει την ανάγκη για χειρουργική εξαίρεση ή όχι.

Η έκτοπη (ή εξωμήτριος) κύηση αφορά την εγκυμοσύνη κατά την οποία το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται σε θέση διαφορετική από την κοιλότητα της μήτρας. Η εγκατάσταση του ωαρίου μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο της αναπαραγωγικής οδού ή της περιτοναϊκής κοιλότητας, με συχνότερη, όμως, εντόπιση τις σάλπιγγες.

Ανάμεσα στους παράγοντες που συντελούν στην εμφάνιση έκτοπων κυήσεων είναι η λοίμωξη από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, οι συγγενείς ανωμαλίες των σαλπίγγων, οι περισαλπιγγικές συμφύσεις, οι όγκοι στην πύελο, η χρήση ενδομήτριου σπειράματος και η λήψη εξωγενών ορμονών.

Η ασθενής με εξωμήτριο κύηση αναφέρει οξύ κοιλιακό άλγος, κολπική αιμόρροια (απώλεια αίματος), καταπληξία, ίσως ψηλαφά και η ίδια μάζα στην πύελο ή ακόμα παρουσιάζει υποκλινικά συμπτώματα όπως γαστρεντερικές διαταραχές ή αδιαθεσία.

Η διάγνωση τίθεται μέσω της κλινικής εικόνας, του προσδιορισμού του επιπέδου της β-χοριακής γοναδοτροπίνης στο αίμα ή/και μέσω υπερηχογραφήματος στις περισσότερες περιπτώσεις. Το γονιμοποιημένο ωάριο που αναπτύσσεται εκτός μήτρας είναι ικανό να προκαλέσει ρήξη της σάλπιγγας και να οδηγήσει πιθανά ακόμα και σε σοβαρή αιμορραγία ή ακόμα και στον θάνατο. Επομένως, γίνεται σαφές πως η διακοπή της έκτοπης κύησης κρίνεται απαραίτητη. Η επεμβατική λαπαροσκόπηση με την μορφή της σαλπιγγοτομής ή σαλπιγγεκτομής είναι η ενδεικνυόμενη σύγχρονη λύση. Σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενών προτείνεται η συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία και συνίσταται στην λήψη μεθοτρεξάτης βασει εγκεκριμένων πρωτοκόλλων χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα χειρουργικής παρέμβασης σε αποτυχία τερματισμού της κύησης.

Τα ινομυώματα (ή λειομυώματα) είναι καλοήθη νεοπλάσματα με εντόπιση στο τοίχωμα της μήτρας με ποσοστό εμφάνισης 40-80% μεταξύ όλων των γυναικών.

Τα κυριότερα συμπτώματα των ινομυωμάτων είναι η μηνορραγία (έντονη απώλεια αίματος κατά την έμμηνο ρύση), η δυσπαρευνία (πόνος κατά την σεξουαλική επαφή) και η δυσμηνόρροια. Συμπτώματα που επίσης συνδέονται με την παρουσία ινομυωμάτων είναι το αίσθημα βάρους στην πύελο, το οσφυικό άλγος, η συχνοουρία λόγω πίεσης της ουροδόχου κύστεως και η δυσκοιλιότητα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ινομυώματα μπορεί να είναι ασυμπτωματικά. Ανάλογα με την εντόπισή τους στο τοίχωμα της μήτρας, τα ινομυώματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

1)Υποορογόνια: Αναπτύσσονται κάτω από τον ορογόνο χιτώνα (εξωτερικό τοίχωμα) της μήτρας,

2)Ενδοτοιχωματικά: Με εντόπιση στον μυικό χιτώνα της μήτρας

3) Υποβλεννογόνια: Αναπτύσσονται εντός του ενδομητρίου.

Επιπλέον, είναι δυνατόν να εντοπιστούν μισχωτά ινομυώματα, τα οποία συνδέονται με τη μήτρα με έναν λεπτό μίσχο και ενδοσυνδεσμικά ινομυώματα, τα οποία εντοπίζονται στους συνδέσμους της μήτρας. Οι παθογενετικοί μηχανισμοί ανάπτυξης των ινομυωμάτων δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς, ωστόσο, επιβεβαιωμένοι επιβαρυντικοί παράγοντες αναδεικνύονται η κληρονομικότητα και η δράση των οιστρογόνων και της προγεστερόνης.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων προκύπτει έπειτα από λήψη ενδελεχούς ιστορικού της ασθενούς που αιτιάται έντονη αιμορραγία και άλγος κατά την έμμηνο ρύση, μέσω της κλινικής εξέτασης, αλλά και μέσω του υπερηχογραφήματος, της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας για την επιβεβαίωση και τον προσδιορισμό του μεγέθους και του είδους της βλάβης.

Στη συντηρητική αντιμετώπιση των ινομυωμάτων, η οποία προτείνεται σε ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας που επιθυμούν να κυοφορήσουν ή προεγχειρητικά, περιλαμβάνεται η λήψη αντισυλληπτικών δισκίων και αναστολέων του εκλυτικού παράγοντα των γοναδοτροπινών (GnRH ανάλογα).

Λιγότερο επεμβατικές θεραπευτικές μέθοδοι αποτελούν η αρτηριακή απολίνωση της μήτρας, η οποία περιορίζει την τροφοδότηση των ινομυωμάτων με αίμα και ο καυτηριασμός με ραδιοσυχνότητες.

Στην περίπτωση που η νόσος επιμένει παρά τις προαναφερθείσες τεχνικές, ακολουθεί η χειρουργική θεραπεία μέσω της ινομυωματεκτομής ή της υστερεκτομής, η οποία διενεργείται λαπαροσκοπικά είτε υστεροσκοπικά και σε σπάνιες περιπτώσεις ευμεγέθων ινομυωμάτων λαπαροτομικά.

Λαπαροσκοπική &
Ρομποτική Χειρουργική

Η Ρομποτική Χειρουργική αποτελεί την εξέλιξη της λαπαροσκοπικής χειρουργικής και έχει συντελέσει στην εδραίωση νέων καινοτόμων και αποτελεσματικών θεραπευτικών πλάνων σχεδόν σε όλους τους τομείς της ιατρικής, συμπεριλαμβανομένης και της γυναικολογίας.

περισσότερα